Χέλμουτ Κολ: (Πώς) θα έκρινε το σημερινό CDU;

Η λέξη «ιστορικό» ακούγεται συχνά αυτές τις ημέρες όταν η συζήτηση στρέφεται στη γερμανική πολιτική. Οι θεαματικές επιτυχίες της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στη Σαξονία – Ανχαλτ και, λίγο αργότερα, στο Μεκλεμβούργο – Δυτική Πομερανία, όπου οι ακροδεξιοί αναδείχθηκαν και στις δύο περιπτώσεις πρώτη πολιτική δύναμη· ο θρίαμβος της Αριστεράς (Die Linke) στο Βερολίνο, με την επικεφαλής της, Ελίφ Εράλπ, να διεκδικεί τη θέση της κυβερνώσας δημάρχου: τίποτε από αυτά δεν είχε συμβεί ξανά στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Απέναντι στις επιτυχίες στα άκρα βρίσκονται οι πρωτοφανείς ήττες του CDU, του κόμματος του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς. Το χαμηλότερο σημείο του καταγράφηκε στο Μεκλεμβούργο – Δυτική Πομερανία. Εκεί, για πρώτη φορά το CDU δεν κατάφερε να ξεπεράσει το όριο του 5% και έμεινε χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Οι κλυδωνισμοί θα γίνονται αισθητοί για πολύ καιρό ακόμη.

Ο ένοχος για το εκλογικό φιάσκο βρέθηκε γρήγορα: ο καγκελάριος Μερτς και η κυβέρνησή του στο Βερολίνο. «Απλώς δεν μπορεί να τα καταφέρει» – η μομφή ακούγεται τόσο μέσα στο κόμμα όσο και σε σχόλια του Τύπου. Ορισμένοι παρατηρητές άρχισαν ήδη να εικάζουν ότι επίκειται εξέγερση στο CDU και πρόωρο τέλος της θητείας του Μερτς. Η εξέγερση, όμως, δεν ήρθε. Αυτό οφείλεται λιγότερο στη στήριξη που απολαμβάνει ο Μερτς και περισσότερο στην απουσία μιας πειστικής εναλλακτικής λύσης. «Ο Μερτς έχει φτάσει πλέον σε ένα σημείο όπου η κρίση, την οποία ο ίδιος διαρκώς οξύνει, λειτουργεί σταθεροποιητικά για τη θέση του. Το CDU και η κυβέρνηση συνολικά βρίσκονται σε τόσο κακή κατάσταση, ώστε δεν διαφαίνεται κανείς πρόθυμος να αναλάβει τη θέση του», εκτιμά η εβδομαδιαία εφημερίδα «Die Zeit».

Το σχόλιο αυτό αποτυπώνει το τοξικό κλίμα που επικρατεί σε μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης και σε ένα CDU που έχει χάσει την αυτοπεποίθησή του. Εντυπωσιακή είναι η ταχύτητα με την οποία ο Μερτς έχασε την εμπιστοσύνη που είχε κερδίσει. Οταν ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος, τον Ιανουάριο του 2022, θεωρούνταν η μεγάλη ελπίδα της παράταξης. Κάποιοι μιλούσαν για έναν «νέο Κολ». Ο Μερτς υποσχόταν να βάλει τέλος στην ασάφεια των πολιτικών θέσεων και στη «σοσιαλδημοκρατικοποίηση» του CDU, την οποία πολλοί συντηρητικοί χρεώνουν στην Ανγκελα Μέρκελ.

Ο Μερτς είχε εξαρχής πρόβλημα με τη δημόσια εικόνα του. Τώρα, την ώρα της κρίσης, πολλοί Χριστιανοδημοκράτες αναπολούν τα χρόνια που το CDU ήταν ισχυρό και δικαίως θεωρούνταν μεγάλο λαϊκό κόμμα (Volkspartei). Ηταν τα χρόνια του Χέλμουτ Κολ, ο οποίος ηγήθηκε του κόμματος επί ένα τέταρτο του αιώνα και διετέλεσε παράλληλα ομοσπονδιακός καγκελάριος επί 16 χρόνια. Είχε επιτυχίες και στις κάλπες: η Χριστιανική Ενωση των CDU και CSU συγκέντρωνε για πολλά χρόνια ποσοστά πολύ πάνω από το 40% στις ομοσπονδιακές εκλογές. Οταν, το 1998, το ποσοστό της υποχώρησε στο 35,2%, το αποτέλεσμα θεωρήθηκε βαριά ήττα. Η θητεία του Κολ στην καγκελαρία έλαβε τέλος.

Σήμερα, επικριτές θεωρούν τον πρόεδρο του CDU υπεύθυνο για τα κακά εκλογικά αποτελέσματα. Η κριτική εστιάζει κυρίως στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνεί: τόσο στο πώς εξηγεί την πολιτική του όσο και στο πώς συνεννοείται με την κυβέρνηση και το κόμμα. «Στο CDU λένε ότι ο Κολ επικοινωνούσε επειδή το ήθελε, η Μέρκελ επειδή έπρεπε, ενώ ο Μερτς ούτε το θέλει ούτε αντιλαμβάνεται ότι πρέπει», γράφει ο Γιούστους Μπέντερ στη «Frankfurter Allgemeine Zeitung». Το πόσο πλήττεται έτσι το κύρος του καγκελαρίου περιγράφει ο Κρίστιαν Γκόινι, επί πολλά χρόνια μέλος του CDU στο Βερολίνο: «Με τον Χέλμουτ Κολ δεν θα είχαν φτάσει τα πράγματα ως εδώ. Είχε τον έλεγχο του κόμματος. Αυτή τη στιγμή έχει κανείς την αίσθηση ότι υπάρχει ο Μερτς και δίπλα του το CDU».

Τόσο ο Κολ όσο και η Μέρκελ έδιναν μεγάλη σημασία στις προσωπικές σχέσεις. Αφιέρωσαν χρόνο στη δημιουργία πολιτικών δικτύων, που αποτέλεσαν τελικά ένα από τα θεμέλια της ισχύος τους. Ο Μερτς δεν έχει δημιουργήσει αντίστοιχο πολιτικό κεφάλαιο. Πέρασε πολλά χρόνια εκτός ενεργού πολιτικής. Σε αντίθεση με τον Κολ, ο οποίος πριν γίνει καγκελάριος είχε κυβερνήσει το κρατίδιο της Ρηνανίας – Παλατινάτου ως πρωθυπουργός του, ο Μερτς δεν διέθετε ανάλογη κυβερνητική εμπειρία. Ο σημερινός καγκελάριος πέρασε ένα μέρος της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας στον ιδιωτικό τομέα, όπου η επικοινωνία διέπεται από διαφορετικούς κανόνες από ό,τι στη δημοκρατική πολιτική.

Θα ήταν, ωστόσο, υπεραπλούστευση να αποδώσουμε τα προβλήματα του Μερτς αποκλειστικά στην ελλιπή επικοινωνία και στην απουσία πολιτικών φίλων. Οι συνθήκες υπό τις οποίες κυβερνά σήμερα ένας καγκελάριος διαφέρουν ριζικά από εκείνες της εποχής του Κολ. Η οικονομία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των περιορισμένων περιθωρίων δράσης. Το ότι, έπειτα από χρόνια στασιμότητας, η οικονομία ανακάμπτει μόνο με αργούς ρυθμούς δεν οφείλεται στον Μερτς και στο CDU. Στα εμπόδια συγκαταλέγονται παράγοντες τους οποίους το Βερολίνο ελάχιστα μπορεί να επηρεάσει: οι υψηλές τιμές της ενέργειας λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, οι αμερικανικοί δασμοί και οι κινεζικές τιμές ντάμπινγκ που πλήττουν σοβαρά τις γερμανικές επιχειρήσεις.

Ζούμε σε μια εποχή παρατεταμένων κρίσεων. Οι πολίτες αισθάνονται τις συνέπειές τους στην καθημερινότητά τους και θεωρούν υπεύθυνη την κυβέρνηση. Οι λαϊκιστές της Αριστεράς και της Δεξιάς διεκδικούν την ψήφο τους με απλές υποσχέσεις: οι δεξιοί υπόσχονται την επιστροφή σε ένα παρελθόν χωρίς έγνοιες, που ποτέ δεν υπήρξε έτσι. Οι αριστεροί υπόσχονται μια κοινωνία στην οποία ο πλούτος θα κατανέμεται δίκαια. Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο πλούτος πρέπει πρώτα να παραχθεί.

Σε όλα αυτά, ο συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και Σοσιαλδημοκρατών (SPD) υπό τον Μερτς, που ταλανίζεται από διαφωνίες, έχει ελάχιστα να αντιτάξει. Στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, η οποία κυριαρχεί εδώ και μήνες και απειλεί να οδηγήσει τον κυβερνητικό συνασπισμό στα πρόθυρα της κατάρρευσης, βρίσκεται η μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους. Yπάρχει ευρεία συμφωνία ότι οι δημογραφικές εξελίξεις καθιστούν αναγκαίες αλλαγές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και ότι αυτές δύσκολα μπορούν να γίνουν χωρίς περικοπές. Στην κοινωνία, ωστόσο, τέτοιες προτάσεις συναντούν σφοδρή αντίσταση. Από αυτήν επωφελούνται τα κόμματα στα άκρα του πολιτικού φάσματος. «Ολοι ξέρουν ότι κάτι πρέπει να αλλάξει, αλλά, παρακαλώ, μην αρχίσετε από μένα», συνοψίζει την κατάσταση ο Κρίστιαν Γκόινι.

Ο δρ Ρόναλντ Μαϊνάρντους είναι κύριος ερευνητής στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

Η λέξη «ιστορικό» ακούγεται συχνά αυτές τις ημέρες όταν η συζήτηση στρέφεται στη γερμανική πολιτική. Οι θεαματικές επιτυχίες της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στη Σαξονία – Ανχαλτ και, λίγο αργότερα, στο Μεκλεμβούργο – Δυτική Πομερανία, όπου οι ακροδεξιοί αναδείχθηκαν και στις δύο περιπτώσεις πρώτη πολιτική δύναμη· ο θρίαμβος της Αριστεράς (Die Linke) στο Βερολίνο,  


Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *