
Θα ήταν 120 ετών φέτος η Χάνα Αρεντ, αν ζούσε. Μολοντούτο, έστω και με καροτσάκι, θα έσπευδε στη New School of Social Research της Νέας Υόρκης –όπου δίδασκε τα τελευταία χρόνια της ζωής της– να συμμετάσχει σε πανεπιστημιακούς εορτασμούς για τη νίκη της δημοκρατίας επί του Ντόναλντ Τραμπ.
Είτε μιλώντας στο ακροατήριο, είτε απλώς χειροκροτώντας τους ομιλητές, όπως έκανε συχνά 60 χρόνια πριν, κατά τη δεκαετία του 1960, επειδή θεωρούσε ότι η Αμερικανική Δημοκρατία κινδύνευε από τον Πόλεμο του Βιετνάμ και τις παρενέργειές του: συνεχή παραβίαση θεμελιωδών αρχών του συντάγματος των ΗΠΑ, υπονόμευση των δημοκρατικών θεσμών, καταστροφικά για το δημόσιο ήθος πολιτικά ψεύδη, αδιαφάνεια, τεχνοκρατική διαχείριση, βία στους δρόμους και στα αμφιθέατρα λόγω της άρνησης των φοιτητών να συμμετάσχουν στον (συνταγματικά ακήρυκτο) Πόλεμο του Βιετνάμ.
Στα δύο πρώτα χρόνια της νέας θητείας του Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκαν μεγεθυμένα σε βαθμό υπέρτατα επικίνδυνο όλα αυτά των sixties και ταυτόχρονα εξευτελίστηκε η πολιτική με τρόπο πρωτόγνωρο, άγνωστο ή καλά κρυμμένο: κανείς δεν αμφιβάλλει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ μέσω των ενεργειών του υπηρετεί στενά οικονομικά συμφέροντα του ίδιου προσωπικά, της οικογένειάς του και των φίλων του. Η Χάνα Αρεντ όμως είχε πολύ ψηλά την πολιτική, μακριά από ιδιοτελή προσωπικά συμφέροντα· τη θεωρούσε ύψιστη ανθρώπινη δραστηριότητα, καθ’ υπερβολήν ορισμένες φορές: η «επιδίωξη της ευτυχίας» που κατοχυρώνει το αμερικανικό σύνταγμα δεν ήταν για αυτή παρά η ενασχόληση με την πολιτική.
Πολιτική όμως σημαίνει για την Αρεντ και μη-βία: βία και πολιτική ισχύς κατά την άσκηση ή διεκδίκηση της εξουσίας είναι ριζικά αντίθετα. Η βία εμφανίζεται εκεί που η πραγματική εξουσία, η στηριγμένη στην πολιτική συναίνεση, καταρρέει. Για τούτο και τότε, τη δεκαετία του 1960 που είχαν αρχίσει να αναφαίνονται τρομοκρατικές ομάδες από τις οποίες υπέφερε η Ευρώπη στη συνέχεια, ήταν σαφώς κατά της άσκησης βίας, των μαχητικών εκδηλώσεων, από το φοιτητικό κίνημα. Ηταν αναφανδόν υπέρ της ειρηνικής «πολιτικής ανυπακοής» που τη θεωρούσε ουσιαστικό συστατικό της αμερικανικής δημοκρατίας – συστατικό, πρέπει να παραδεχθούμε, που δεν ενσωμάτωσε ποτέ η συγκρουσιακή-ηρωική ελληνική πολιτική κουλτούρα.
Δεν ήταν κατά του ηρωισμού, η Χάνα Αρεντ, το ακριβώς αντίθετο: οι πόλεις ιδρύθηκαν, η πολιτική συγκρότηση έγινε για να καταστούν αθάνατα τα ευπαθή έργα των ανθρώπων και αυθεντικός πολίτης είναι αυτός που, σαν τον Αχιλλέα, αδιαφορεί για τον θάνατο προκειμένου να αποκτήσει «κλέος άφθιτο», δόξα αμάραντη. Ή σαν τους Αθηναίους πολεμιστές οι οποίοι –κατά τον Περικλή του «Επιτάφιου»– δοξάστηκαν παντού, σε θάλασσες και σε στεριές, και δεν είχαν ανάγκη ούτε ποιητές ούτε μνημεία για να απαθανατιστούν: αυτό γινόταν μέσα από τη σωτηρία και το μεγαλείο της ίδιας της Αθήνας.
Αν ζούσε η Χάνα Αρεντ, δεν θα είχε σχολίαζε δημοσίως όσα συμβαίνουν στο Ισραήλ, στη Γάζα, στη Δεξιά Οχθη, όπως δεν σχολίασε τον νικηφόρο πόλεμο του Ισραήλ το 1967 και για αυτόν του 1973 είχε καταθέσει σε συνέντευξη τον φόβο της μήπως το Ισραήλ ηττηθεί και διαλυθεί. Πίστευε βαθιά στην ανάγκη ύπαρξης εβραϊκού κράτους γιατί θεωρούσε ότι ο εβραϊσμός ήταν λαός-θρησκεία, όχι απλώς θρησκεία. Δεν δήλωσε ποτέ Αμερικανίδα ή Γερμανίδα: «θα μου τραβούσε το αυτί η μητέρα μου αν ποτέ έλεγα ότι δεν ήμουν εβραία».
Δεν είπε ποτέ δημοσίως αυτά που έγραφε ιδιωτικά και δημοσιεύθηκαν μετά τον θάνατό της, πόσο την απογοήτευσε το κράτος του Ισραήλ από αυτά που είδε στη μοναδική επίσκεψη που είχε κάνει· αυτή, που ήταν οργανωμένη σιωνίστρια (1935-1943) και έστελνε –συνόδεψε κιόλας– ως το 1940 από τη Γαλλία έφηβους στην Παλαιστίνη να εγκατασταθούν εκεί. Αυτή ήταν η μόνη πολιτική ένταξη που είχε στη ζωή της· το 1944 ήρθε σε πλήρη και δημόσια ρήξη με τον σιωνισμό όταν αποφασίστηκε η ίδρυση εβραϊκού κράτους σε όλη την Παλαιστίνη. Η ίδια ήταν υπέρ εβρο-αραβικής ομοσπονδίας.
Δεν της συγχώρησε ποτέ το κράτος του Ισραήλ αυτή τη στάση: γελοιοποίησε τη στάση της στη Δίκη του Αϊχμαν, αλλά και ναζίστρια την αποκάλεσαν φερέφωνα του επειδή έγραψε για τη «ρηχότητα του κακού»: μόνο το 2000, 25 χρόνια μετά τον θάνατό της άρχισαν να εκδίδονται μεταφρασμένα βιβλία της στο Ισραήλ.
Αν ζούσε σήμερα, δεν θα ήταν ευτυχής που η πρόβλεψή της ότι, αν δεν ιδρυόταν ομοσπονδία ή έστω συνομοσπονδία το κράτος του Ισραήλ θα ήταν σε συνεχείς πολέμους, περικυκλωμένο από εχθρικό αραβικό πληθυσμό, κλεισμένο σε διαρκώς απειλούμενα σύνορα και θα κατέληγε μικρό πολεμικό κράτος, «σαν τη Σπάρτη». Προφανώς θα ήταν απελπισμένη για τη σφαγή που προκάλεσε η Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου όπως και για την εγκληματική πολιτική του Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων με τα 70.000 θύματα που ακολούθησε. Θα υποστήριζε, φυσικά, τη συμμετοχή των Ισραηλινών Παλαιστινίων στην κυβέρνηση, σαν προγεφύρωμα της ομοσπονδίας που αφρόνως είχε απορριφθεί, τότε.
Αν ζούσε αυτές τις τρομερές ημέρες, ίσως ήλεγχε ξανά τις απόψεις της για τη ρηχότητα, την κοινοτοπία του κακού και για την αντίθεση πολιτικής-βίας: θα σκεφτόταν, ίσως, με πικρία πως η πολιτική που τόσο τιμούσε όχι μόνο έχει έμφυτη τη βία αλλά και γεννά το ριζικό κακό: τον πόλεμο.
Ο Δημήτρης Ψυχογιός έχει μεταφράσει και προλογίσει στις εκδόσεις Επίκεντρο τα βιβλία της Χάνα Αρεντ Ζωή του Νου (Κρίση, Βούληση), Κρίσεις της Δημοκρατίας, Περί Βίας, Ανθρωποι σε Χρόνους Ζοφερούς. «Επί του πιεστηρίου» βρίσκεται η μελέτη του Αθανασία, Πολιτική, Νόηση: Αριστοτέλης και Χάνα Αρεντ, επίσης στο Επίκεντρο
Θα ήταν 120 ετών φέτος η Χάνα Αρεντ, αν ζούσε. Μολοντούτο, έστω και με καροτσάκι, θα έσπευδε στη New School of Social Research της Νέας Υόρκης –όπου δίδασκε τα τελευταία χρόνια της ζωής της– να συμμετάσχει σε πανεπιστημιακούς εορτασμούς για τη νίκη της δημοκρατίας επί του Ντόναλντ Τραμπ. Είτε μιλώντας στο ακροατήριο, είτε απλώς χειροκροτώντας

Leave a Reply