Εθνική κυριαρχία και κοινωνική ψυχολογία

Με την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της βορειοαφρικανικής χώρας να έχει αιφνιδιάσει την κυβέρνηση, ρίχνοντας βαριά τη σκιά της πάνω στην εγχώρια πολιτική συγκυρία, η ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος κάνει για μία ακόμα φορά το λάθος να προσπαθεί να υποβαθμίσει τη σημασία της εξέλιξης, τρέφοντας ίσως την αυταπάτη ότι τα θέματα εξωτερικής πολιτικής δεν θα πολυβαρύνουν στην ζυγαριά στην οποία η κοινή γνώμη θα ζυγίσει τις τελικές αποφάσεις της ενόψει των επερχόμενων  εκλογών.

Πολύ περισσότερο που με τη Συμφωνία των Αθηνών και τα «ήρεμα νερά» που ακολούθησαν προς επίρρωσή της, καλλιεργήθηκε πράγματι η εσφαλμένη εντύπωση ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα εισέρχονταν σε μια νέα εποχή, επιτρέποντας στην κοινή γνώμη να στρέψει τα ενδιαφέροντά της κατά προτεραιότητα στην πορεία των οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων.

Οπερ και συνέβη με την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών και τη συνεχή άνοδο των τιμών να εντείνει την κοινωνική δυσαρέσκεια και να ανεβάζει την απαισιοδοξία για το μέλλον σε επίπεδα ιδιαίτερα επιβαρυντικά του γενικότερου πολιτικού κλίματος. Τούτου δοθέντος, το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι αν η εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων τις καθιστά πολλαπλασιαστή κοινωνικής αισιοδοξίας ή, αντιστρόφως,  πολλαπλασιαστή εθνικής απαισιοδοξίας και διαμορφωτή ενός έτι βαρύτερου πολιτικού κλίματος με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την εκλογική συμπεριφορά της κοινωνίας των πολιτών.

Πολλώ δε μάλλον, όταν γνωρίζουμε ότι στην ελληνική Ιστορία ουδέποτε  τα εθνικά θέματα έπαψαν να επικαθορίζουν τις πολιτικές εξελίξεις. Αυτά ήταν εξάλλου που οδήγησαν στον εθνικό διχασμό μια κοινωνία, που μπορεί να εξελίχθηκε έκτοτε, αλλά της οποίας ταυτόχρονα το φαντασιακό δεν έπαψε ποτέ κατά βάθος να ανατροφοδοτείται από τα συλλογικά απωθημένα του ματαιωμένου μεγαλοϊδεατισμού.

Εξού και ανεξάρτητα από τη μορφή την οποία έπαιρναν τα προβλήματα που όριζαν κάθε φορά το κοινωνικό ζήτημα, η πορεία των εθνικών ζητημάτων δεν έπαψε ποτέ να επηρεάζει τις πολιτικές εξελίξεις και σε μεγάλο βαθμό τον πολιτικό ανταγωνισμό και τους αντίστοιχους συσχετισμούς. Εξού και οι απόψεις οι οποίες υποβαθμίζουν τη βαρύτητα που έχουν τα εθνικά θέματα στη συνείδηση και τη συμπεριφορά του εκλογικού σώματος, εκτός των άλλων, είναι και ανιστόρητες.

Το απείρως, ωστόσο, κρισιμότερο για την τύχη του κυβερνώντος κόμματος είναι σε κάθε περίπτωση η αίσθηση ότι οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί συγκρούονται με την πραγματικότητα που τείνει να δημιουργηθεί στην περιοχή. Γιατί κακά τα ψέματα: παρά τις κατά καιρούς μεθοδικές προσπάθειες που κατέβαλλαν οι ηγεσίες του, αρχής γενομένης από εκείνη του Κώστα Καραμανλή, να το εγκαταστήσουν στον πανευρωπαϊκά συρρικνούμενο πλέον μεσαίο χώρο, η κατεξοχήν ευαίσθητη περί τα εθνικά διακυβεύματα λαϊκή Δεξιά παρέμεινε πάντα η σημαντικότερη δεξαμενή από την οποία αντλούσε τις δυνάμεις του.

Αυτή η  δεξαμενή των παραδοσιακών  «εθνικοφρόνων» είναι που έχει αρχίσει τώρα να στερεύει εξαιτίας της σύγκρουσης των ευσεβών πόθων της κυβέρνησης με την πραγματικότητα που συνιστά η στρατηγική αδυναμία της χώρας να αποτελέσει παίκτη αξιώσεων στην περιοχή. Εξού και οι εμφανείς ανησυχίες που προκαλούν στη σημερινή ηγεσία της οι τοποθετήσεις επί των ελληνοτουρκικών σχέσεων των δύο πρώην αρχηγών και πρωθυπουργών.

Αντιλαμβάνεται και η ίδια πολύ καλά  ότι καμία εισροή πασοκογενών εκσυγχρονιστών στην εκλογική βάση του κυβερνώντος κόμματος δεν πρόκειται να αναπληρώσει τις απώλειες σε εκλογική επιρροή που επιφέρει τόσο η εμφάνιση του κυοφορούμενου κόμματος Σαμαρά όσο και η ανάπτυξη του υπόγειου ρεύματος Κασιδιάρη. Γιατί, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Στέφανος Κασιμάτης στην προχθεσινή του στήλη, καμία θεωρία παιγνίων δεν συστήνει να μπαίνεις σε ένα παιχνίδι για να το κερδίσεις και να το αρνείσαι όταν χάνεις, όπως κάνει η κυβέρνηση με το τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Ο Γιώργος Σεφερτζής είναι πολιτικός αναλυτής

Με την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της βορειοαφρικανικής χώρας να έχει αιφνιδιάσει την κυβέρνηση, ρίχνοντας βαριά τη σκιά της πάνω στην εγχώρια πολιτική συγκυρία, η ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος κάνει για μία ακόμα φορά το λάθος να προσπαθεί να υποβαθμίσει τη σημασία της εξέλιξης, τρέφοντας ίσως την αυταπάτη ότι τα