Εκλογική συγκυρία και κοινωνική ανορεξία

Παρά τον έκδηλο, κατά το παρελθόν, επαρχιωτισμό της, η ελληνική κοινή γνώμη ουδέποτε στην πραγματικότητα έχασε την επαφή ή το ενδιαφέρον της για τα εκτός συνόρων τεκταινόμενα. Πολύ περισσότερο όταν επρόκειτο για ορμητικά ιδεολογικά ή πολιτικά ρεύματα που επηρέαζαν την πορεία των ευρωπαϊκών πραγμάτων. Τα κρυφάκουγε, τα κρυφοκοίταζε και σχεδόν πάντα τα αντέγραφε. Αλλά πάντα, επίσης, το έκανε με τον τρόπο της. Εστω και αν ο τρόπος της πρόδιδε συχνά άκριτο μιμητισμό.

Σημαίνει, άραγε, αυτό ότι θα είναι και τώρα αυξημένες οι πιθανότητες να μεταδοθεί και παρ’ ημίν η επιδημία των κοινωνικών αναταραχών που εξαπλώνεται πλέον μέχρι και στη γειτονική Αλβανία, διαμορφώνοντας τη συγκυρία υπό την οποία θα διεξαχθούν οι προσεχείς εκλογές;

Το σίγουρο είναι ότι μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, και όχι μόνον, υπάρχουν κοινά προβλήματα που αποτελούν τα κοινά αίτια των κοινωνικών αναταραχών. Τα κοινά αίτια, ωστόσο, δεν παράγουν παντού και υποχρεωτικά τα ίδια αποτελέσματα.

Πολλώ δε μάλλον, που μεταξύ των κοινωνιών υπάρχουν αισθητές διαφορές παραδόσεων, οι οποίες διαμορφώνουν μια ξεχωριστή πολιτική κουλτούρα που, μεταξύ άλλων, οδηγεί τις κοινωνίες να αντιδρούν με διαφορετικούς κατά περίπτωση τρόπους. Εξού και δεν θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι κινητοποιήσεις, όπως είναι, για παράδειγμα, αυτές των γάλλων μαθητών ή των ισπανών αγανακτισμένων με τη στεγαστική κρίση πολιτών, θα βρουν αυτομάτως μιμητές και στην Ελλάδα μόνο και μόνο επειδή υπάρχουν κοινά προβλήματα.

Οπως έλεγαν και οι παλιοί, για να συμβεί αυτό χρειάζεται, εκτός από τις αντικειμενικές να συντρέχουν και οι αναγκαίες υποκειμενικές συνθήκες. Εδώ είναι εξάλλου που αναδεικνύεται η σημασία παραγόντων, όπως είναι οι αξίες που διέπουν την κουλτούρα και την ψυχολογία των κοινωνιών. Υπάρχει εν προκειμένω η μεγάλη ειδοποιός διαφορά που χωρίζει τις κοινωνίες με ανεπτυγμένη αίσθηση της ατομικής ευθύνης και της συλλογικής αλληλεγγύης  (το λεγόμενο esprit civique) από τις κοινωνίες όπου  κυριαρχούν ο ατομισμός, η δυσπιστία έναντι των θεσμών και η πεποίθηση ότι το μόνο στο οποίο μπορούν να βασίζονται τα μέλη τους είναι ο εαυτός τους ή στην καλύτερη περίπτωση, η οικογενειακή αλληλεγγύη.

Η τελευταία φορά που η ελληνική κοινωνία έδειξε να μπορεί να μεταταχθεί από τη δεύτερη στην πρώτη κατηγορία ήταν όταν συμμετείχε με πρωτοφανή μαζικότητα στα συλλαλητήρια για τη δεύτερη επέτειο της τραγωδίας των Τεμπών. Εκτοτε, και για λόγους που απαιτούν μεγαλύτερη ανάλυση, η ίδια κοινωνία άρχισε να διολισθαίνει προς τη δεύτερη κατηγορία εμφανίζοντας όλο και συχνότερα τα συμπτώματα της προϊούσας πολιτικής ανορεξίας, που σήμερα την κάνει να σιωπά παρακολουθώντας εξ αποστάσεως τις εξελίξεις.

Η αλήθεια είναι ότι έτσι ξεχάστηκε και η επωδός στην οποία κατέληγαν παντού οι δημόσιες συζητήσεις τον καιρό της πανδημίας του κορωνοϊού. Τότε, δηλαδή, που άρχισε να διαμορφώνεται η πεποίθηση ότι τίποτα πια δεν θα ήταν εφεξής όπως ήταν πριν.

Οπως είναι αλήθεια ότι οι πρώτες που φάνηκε να λησμονούν τα διδάγματα εκείνης της όχι και τόσο μακρινής εποχής ήταν οι ιθύνουσες ελίτ της ΕΕ, που φάνηκαν να πιστεύουν ότι με τον οικονομισμό, τον τεχνοκρατισμό, την υποτίμηση των πνευματικών αναγκών και την αποϊδεολογικοποίηση των πάντων, θα μπορούσαν να αποτρέψουν τις πολυκρίσεις οι οποίες αποδείκνυαν ότι οι αγορές δεν διαθέτουν το αόρατο χέρι που νόμιζαν ότι θα διέσωζε τα καταρρέοντα κοινωνικά κράτη.

Οι σημερινές ευρωπαϊκές αναταραχές αποδεικνύουν το λάθος τους. Επονται οι δεκατρείς εκλογικές αναμετρήσεις του 2027 στην Ευρώπη των «27»,  που αναμένεται να στείλουν τον λογαριασμό με τις αναδρομικές χρεώσεις των εκτός των τειχών παρεπιδημούντων ευρωπαϊκών πληθυσμών. Θα διαμορφωθεί έτσι και η συγκυρία υπό την οποία θα διεξαχθούν και οι ελληνικές εκλογές με ό,τι αυτό μπορεί τούτη τη φορά να σημάνει για τις εκπλήξεις τους.

Παρά τον έκδηλο, κατά το παρελθόν, επαρχιωτισμό της, η ελληνική κοινή γνώμη ουδέποτε στην πραγματικότητα έχασε την επαφή ή το ενδιαφέρον της για τα εκτός συνόρων τεκταινόμενα. Πολύ περισσότερο όταν επρόκειτο για ορμητικά ιδεολογικά ή πολιτικά ρεύματα που επηρέαζαν την πορεία των ευρωπαϊκών πραγμάτων. Τα κρυφάκουγε, τα κρυφοκοίταζε και σχεδόν πάντα τα αντέγραφε. Αλλά πάντα,  


Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *