
Με το βλέμμα στραμμένο στα 14 ενεργά σεισμικά ρήγματα που βρίσκονται στον χερσαίο χώρο της Μεσσηνίας αλλά και στα υποθαλάσσια φαράγγια του Μεσσηνιακού Κόλπου βρίσκεται η επιστημονική κοινότητα, 40 χρόνια μετά τον μεγάλο σεισμό της Καλαμάτας. Ο σεισμός, που εκδηλώθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1986, με μέγεθος 6 ρίχτερ, ήταν ένας από τους πιο καταστροφικούς του 20ού αιώνα στην Ελλάδα: εξαιτίας του 20 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και 80 τραυματίστηκαν, τέσσερις πολυκατοικίες κατέρρευσαν μέσα στην πόλη της Καλαμάτας, το 20% των κτιρίων της κρίθηκε κατεδαφιστέο, ενώ ολόκληρα χωριά ισοπεδώθηκαν, αλλάζοντας για πάντα τη σχέση της περιοχής με τον Εγκέλαδο.
Οπως επισημαίνουν ειδικοί που μιλούν στα «ΝΕΑ», η επιστημονική κοινότητα και οι τοπικές Αρχές αναπτύσσουν συνεργασία ώστε η περιοχή να θωρακιστεί απέναντι στον υπαρκτό κίνδυνο τσουνάμι. Παράλληλα, ο Μεσσηνιακός Κόλπος βρίσκεται στο επίκεντρο του διεθνούς ερευνητικού προγράμματος Multimarex, μέσω του οποίου έχει στηθεί στην περιοχή ένα «ζωντανό εργαστήρι» ώστε να χαρτογραφηθούν πλήρως οι υποθαλάσσιοι γεωκίνδυνοι.
«Αυτή τη στιγμή το πιο επικίνδυνο σεισμικό ρήγμα για την πόλη της Καλαμάτας είναι το ρήγμα του Πηδήματος», λέει στα «ΝΕΑ» ο διευθυντής ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου, δρ Αθανάσιος Γκανάς.
«Είναι μια σεισμική ζώνη μήκους περίπου 10 χιλιομέτρων, που ξεκινά από το χωριό Αρφαρά και φτάνει στην περιοχή της Θουρίας. Στο ρήγμα αυτό έχουμε κάνει μια σεισμολογική τομή, δηλαδή, έχουμε, ανοίξει ένα όρυγμα και με βάση τη χρονολόγηση των ιζημάτων που αποτίθενται στο έδαφος έπειτα από μεγάλους σεισμούς, διαπιστώσαμε ότι το συγκεκριμένο ρήγμα έχει δώσει πέντε σεισμούς τα τελευταία 20.000 χρόνια με περίοδο επανάληψης περίπου 3.000 ετών. Ο τελευταίος σεισμός έγινε πριν από 2.970 χρόνια και το ρήγμα έχει δυναμικότητα 6 ρίχτερ», λέει ο κ. Γκανάς, ο οποίος προσθέτει ότι ο συγκεκριμένος χώρος θα πρέπει να προστατευθεί και να κηρυχθεί γεωλογικό μνημείο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι δεκαετίες συλλογής επιστημονικής γνώσης που μεσολάβησαν από τον καταστροφικό σεισμό του 1986 μέχρι σήμερα έχουν συμβάλει καθοριστικά «ώστε να γνωρίζουμε καλύτερα τον κίνδυνο».
«Εχουμε χαρτογραφήσει πλήρως 14 ρήγματα δυναμικότητας κοντά στα 6 ρίχτερ. Εχουμε μελετήσει την αντοχή των κτιρίων της Καλαμάτας, η οποία έχει βελτιωθεί σημαντικά, όπως και η ανθεκτικότητα όλων των πόλεων της Μεσσηνίας. Εχει μειωθεί, δηλαδή, η τρωτότητά τους και αυτό είναι ένα σημαντικό συμπέρασμα», λέει ο δρ Γκανάς. «Από εκεί και πέρα η παράκτια περιοχή της Καλαμάτας, η Βέργα και οι γύρω περιοχές αντιμετωπίζουν κινδύνους και από άλλα φυσικά φαινόμενα, όπως τα τσουνάμι», προσθέτει.
Tsunami Ready
Για τον λόγο αυτό στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών έχει δημιουργηθεί μία ομάδα εργασίας, η οποία σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση προετοιμάζει την Καλαμάτα ώστε να γίνει η δεύτερη Tsunami Ready πόλη στην Ελλάδα μετά τη Σάμο. Πρόκειται για μια διεθνή πιστοποίηση της Unesco, η οποία απονέμεται σε παράκτιες πόλεις ή κοινότητες που έχουν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των κατοίκων σε περίπτωση εκδήλωσης τσουνάμι.
Οι ειδικοί επισημαίνουν, άλλωστε, πως δεν είναι μόνο οι σεισμοί που μπορούν να προκαλέσουν παλιρροϊκά κύματα. Από πρόσφατη μελέτη που πραγματοποίησαν οι ερευνητές Ευφροσύνη Βαρώτσου, Παρασκευή Νομικού, Δημήτρης Παπανικολάου και άλλοι, προέκυψαν νέα ερευνητικά δεδομένα για τη μορφοτεκτονική εξέλιξη και τους πιθανούς θαλάσσιους γεωκινδύνους του Μεσσηνιακού Κόλπου.
Οπως εξηγεί στα «ΝΕΑ», η Παρασκευή Νομικού, καθηγήτρια στο τμήμα Γεωλογίας του ΕΚΠΑ, στην περιοχή χαρτογραφήθηκαν πολλά υποθαλάσσια φαράγγια, τα οποία σε περίπτωση κατολίσθησης μπορούν να προκαλέσουν τσουνάμι στις ακτές της Μεσσηνίας.
Εντυπωσιακά ευρήματα
«Αυτό που κάναμε, σε συνεργασία με την Υδρογραφική Υπηρεσία Πολεμικού Ναυτικού, ήταν ότι χαρτογραφήσαμε με πολύ μεγάλη ευκρίνεια τα φαράγγια στην ανατολική πλευρά του Μεσσηνιακού Κόλπου», λέει στα «ΝΕΑ» η Παρασκευή Νομικού.
«Διαπιστώσαμε ότι στον υποθαλάσσιο χώρο μπροστά από τη Μάνη, την Καρδαμύλη και τη Στούπα, υπάρχουν φαράγγια, μήκους αρκετών χιλιομέτρων, ενώ μπροστά από το λιμάνι της Καλαμάτας εντοπίστηκαν υποθαλάσσιες μικροκατολισθήσεις και αστάθειες στα πρανή οι οποίες αποδίδονται σε μαζικές μετακινήσεις που προκλήθηκαν από τον σεισμό του 1986, κατά μήκος της ρηξιγενούς ζώνης της Δυτικής Μάνης.
Αυτά είναι εντυπωσιακά ευρήματα, γιατί αν γίνει κατολίσθηση μέσα σε αυτά τα φαράγγια – είτε εξαιτίας σεισμού είτε λόγω της βαρύτητας – το πρώτο πράγμα το οποίο θα συμβεί είναι τσουνάμι, θα υπάρχει παλιρροιακό κύμα. Ενα τσουνάμι που βρίσκεται πολύ κοντά στις ακτές του Μεσσηνιακού Κόλπου. Αρα είναι πολύ σημαντικό να έχουμε χαρτογραφημένα τα φαράγγια και να γνωρίζουμε τη γεωμετρία του Μεσσηνιακού Κόλπου», εξηγεί.
Θαλάσσιοι γεωκίνδυνοι
«Τα αποτελέσματα αυτά τεκμηριώνουν τη στενή σχέση μεταξύ ενεργής τεκτονικής και θαλάσσιων γεωκινδύνων στη Μεσσηνία και αναδεικνύουν τη σημασία της συστηματικής παρακολούθησης του θαλάσσιου πυθμένα για την εκτίμηση του σεισμικού κινδύνου», λέει η Παρασκευή Νομικού.
«Η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας υποθαλάσσιων νεοτεκτονικών χαρτών για το Μεσσηνιακό Κόλπο έγινε το 1986 από το Δημήτρη Παπανικολάου. Εκείνη την εποχή όμως δεν υπήρχε υψηλή ανάλυση. Με τα εξελιγμένα μηχανήματα που διαθέτουμε σήμερα επικαιροποιούμε τους χάρτες και χρειαζόμαστε τη βοήθεια της πολιτείας ώστε να γίνει πλήρης χαρτογράφηση, να μελετήσουμε καλύτερα τα δεδομένα, να τρέξουμε μοντέλα κατολισθήσεων και τσουνάμι, να δούμε πώς αυτά τα φαράγγια συνεχίζουν στον χερσαίο χώρο και τελικά να παραχθεί ένα ενιαίο μοντέλο εδάφους.
40 χρόνια μετά τον σεισμό του 1986, οι επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου – Τι δείχνει η χαρτογράφηση του βυθού

Leave a Reply