
Στις γενικές εκλογές της Ουγγαρίας τον Απρίλιο, η δεξιά λαϊκιστική κυβέρνηση του πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπαν ανατράπηκε όχι από κάποια αριστερή αντιπολίτευση, αλλά από ένα κεντροδεξιό κόμμα που δεσμεύθηκε για την καταπολέμηση της διαφθοράς και την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Καθώς το Ισραήλ οδεύει προς τις κάλπες στις 27 Οκτωβρίου, μια παρόμοια αλλαγή είναι μακράν το καλύτερο αποτέλεσμα στο οποίο μπορεί κανείς λογικά να ελπίζει: αντικατάσταση της εξτρεμιστικής κυβέρνησης του πρωθυπουργού Μπένιαμιν Νετανιάχου από μια αξιοπρεπή, νομοταγή διοίκηση. Μια ριζικά νέα εξωτερική πολιτική θα παραμείνει άπιαστη προοπτική.
Σε μια «κανονική» δημοκρατία, ένας ηγέτης όπως ο Νετανιάχου θα είχε αναγκαστεί σε παραίτηση ή θα είχε ανατραπεί από λαϊκές διαμαρτυρίες εδώ και πολύ καιρό. Αλλωστε, υπό τη διακυβέρνησή του το Ισραήλ υπέστη τη φρικτή τρομοκρατική επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023, και υπό τις διαταγές του το Ισραήλ έχει εμπλακεί σε πολλαπλούς παρατεταμένους πολέμους – που χαρακτηρίστηκαν από εγκλήματα πολέμου – οι οποίοι εξάντλησαν τις δυνατότητες της χώρας και την αποξένωσαν από τη διεθνή κοινότητα.
Ομως το Ισραήλ δεν είναι μια κανονική δημοκρατία, και οι ψηφοφόροι του δεν έχουν δείξει ποτέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη λογοδοσία. Αν και ο Νετανιάχου δεν διαθέτει ευρεία υποστήριξη – οι δημοσκοπήσεις αποκλείουν σε μεγάλο βαθμό την πιθανότητα ο συνασπισμός του να διατηρήσει την πλειοψηφία – η ήττα του απέχει πολύ από το να είναι εξασφαλισμένη. Αυτό δεν έχει μεγάλη σχέση με την πολιτική ατζέντα καθώς οι ισραηλινές εκλογές ανέκαθεν αφορούσαν λιγότερο τα πολιτικά προγράμματα και περισσότερο την κουλτούρα και τη φυλετική ταυτότητα.
Ο Νετανιάχου φέρει μεγάλο μερίδιο ευθύνης γι’ αυτό. Επί δεκαετίες, κέρδιζε την υποστήριξη των ψηφοφόρων αντιπαραθέτοντας δύο αντικρουόμενες αντιλήψεις περί ταυτότητας – την ισραηλινή και την εβραϊκή. Ενσαρκώνει τη συλλογική παράνοια ενός έθνους που ζει σε άρνηση των δικών του παραβάσεων, ενός έθνους που θεωρεί τις φρικαλεότητες του παρελθόντος, από το Ολοκαύτωμα μέχρι την τρομοκρατία της Χάμας, ως δικαιολογία για οποιαδήποτε ενέργεια που θα διατηρούσε τους Ισραηλινούς «ασφαλείς».
Ομως, το ενδιαφέρον του Νετανιάχου δεν επικεντρώνεται ποτέ σε ένα ασφαλές μέλλον. Επικεντρώνεται στην καταστροφή που υποτίθεται ότι βρίσκεται ακριβώς προ των πυλών.
Παρ’ όλα αυτά, τα χρόνια του πολέμου, της πολιτικής διαφθοράς και της διάβρωσης της δημοκρατίας υπό την ηγεσία του Νετανιάχου έχουν αποξενώσει ορισμένα τμήματα του ισραηλινού εκλογικού σώματος. Ωστόσο, αυτοί οι ψηφοφόροι δεν έχουν ενσωματωθεί σε κάποια συγκροτημένη αντιπολίτευση. Αντιθέτως βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα ετερόκλητο μείγμα δεξιών κομμάτων, σχηματισμών του κεντροδεξιού και κεντροαριστερού χώρου καθώς και ενός αμιγώς αριστερού κόμματος των Δημοκρατικών του Γιαΐρ Γκολάν.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης ενώνονται γύρω από ορισμένους στόχους. Θέλουν να καταστήσουν τον Νετανιάχου υπόλογο για τις αστοχίες στην ασφάλεια που έκαναν δυνατή την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου και για τη διεξαγωγή του πολέμου στη Γάζα. Θέλουν να σταματήσουν τις αντιδημοκρατικές δικαστικές μεταρρυθμίσεις του. Και θέλουν να αναγκάσουν τη μεγάλη κοινότητα των υπερορθόδοξων – βασικό εταίρο στις κυβερνήσεις του Νετανιάχου – να επωμιστεί το βάρος της στρατιωτικής θητείας (από την οποία εξαιρούνται) και να συμμετάσχει στην αγορά εργασίας (αντί να ζει από κρατικές επιδοτήσεις). Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πλέον ισοπαλία μεταξύ των δύο μεγάλων στρατοπέδων. Και ενώ ο Νετανιάχου είναι ένας αδίστακτος πολιτικός, που δεν θα σταματούσε μπροστά σε τίποτα προκειμένου να σχηματίσει μια συμμαχία που θα τον κρατήσει στην εξουσία, τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν δεσμευτεί να μη συμμαχήσουν με «μη σιωνιστικές» δυνάμεις. Υπάρχει επίσης ένα σενάριο όπου τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα θα μπορούσαν να καταφύγουν σε μια ιδιότυπη ισραηλινή πολιτική επινόηση, σχηματίζοντας έναν μεγάλο συνασπισμό με δύο πρωθυπουργούς που θα εναλλάσσονται στην ηγεσία της κυβέρνησης. Οσο παράδοξο κι αν φαίνεται αυτό, το γεγονός ότι το Ισραήλ βρίσκεται εγκλωβισμένο σε μια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ δύο κοινωνικών και πολιτισμικών μπλοκ έχει προετοιμάσει και τις δύο πλευρές για εκλογικά αποτελέσματα με οριακές διαφορές.
Ο,τι και αν συμβεί στη συνέχεια, οι ισραηλινοί πολιτικοί δεν πρόκειται να αναβιώσουν τη λύση των δύο κρατών. Στην καλύτερη περίπτωση μια κυβέρνηση με επικεφαλής τη σημερινή αντιπολίτευση θα μπορούσε να προωθήσει προσωρινές ρυθμίσεις στην κατεχόμενη Παλαιστίνη και να αποδεχτεί έναν ρόλο για μια αναμορφωμένη Παλαιστινιακή Αρχή στη Γάζα της μετά Χαμάς εποχής – ένα βασικό στοιχείο του ειρηνευτικού σχεδίου του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο, μια τέτοια κυβέρνηση δεν θα επέτρεπε το μονοπώλιο της Τουρκίας και του Κατάρ στην ανοικοδόμηση της Γάζας, όπως προβλέπει επίσης το ειρηνευτικό σχέδιο Τραμπ, ούτε θα αποσυρόταν από τον θύλακα χωρίς να υπάρξουν αποδείξεις για τον αφοπλισμό της Χαμάς.
Μια τέτοια κυβέρνηση θα μπορούσε ευρύτερα να συνδυάσει την ισχύ με τη διπλωματία, ειδικά όσον αφορά την Παλαιστίνη, τη Συρία και την Τουρκία. Μια αξιοπρεπής ισραηλινή κυβέρνηση θα πρέπει επίσης να προσπαθήσει να διασώσει την καταρρέουσα διεθνή θέση της χώρας, καταπολεμώντας τη βία των εποίκων στην κατεχόμενη Δυτική Οχθη και σταματώντας τη γενναιόδωρη χρηματοδότηση των παράνομων οικισμών.
Αν και μια νέα κυβέρνηση δεν θα άλλαζε ριζικά την εξωτερική πολιτική του Ισραήλ, θα μπορούσε να ξεκινήσει τη δύσκολη διαδικασία απεγκλωβισμού της χώρας από το σημερινό αδιέξοδο. Αυτό και μόνο θα άξιζε να γιορταστεί.
Ο Σλόμο Μπεν-Αμί είναι πρώην υπουργός Εξωτερικών
του Ισραήλ και συγγραφέας
Στις γενικές εκλογές της Ουγγαρίας τον Απρίλιο, η δεξιά λαϊκιστική κυβέρνηση του πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπαν ανατράπηκε όχι από κάποια αριστερή αντιπολίτευση, αλλά από ένα κεντροδεξιό κόμμα που δεσμεύθηκε για την καταπολέμηση της διαφθοράς και την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Καθώς το Ισραήλ οδεύει προς τις κάλπες στις 27 Οκτωβρίου, μια παρόμοια αλλαγή είναι μακράν το καλύτερο

Leave a Reply